Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Άντε, ώρα για ψήφο στα 14!


Αυτός ο συρφετός είχε γεννηθεί για τη σκλαβιά. Ήθελαν να είναι αναρχικοί με ξένο κόστος. Ήθελαν την ελευθερία, μόνο αν τους την έδιναν οι άλλοι, αν τους την παραχωρούσαν δωρεάν, όπως ο βασιλιάς παραχωρεί κάποιο τίτλο!».
O «ομιλών» «είναι» τραπεζίτης και αυτοαποκαλείται «αναρχικός τραπεζίτης». «Υπήρξε» στα νιάτα του αναρχικός με δράση, μέσα από δραστήρια ομάδα συντρόφων του. Αλλά «σήμερα» - «τώρα» ως επιτυχημένος επαγγελματίας- να που υποστηρίζει (μέσω του μεγάλου αιρετικού συγγραφέα Φερνάντο Πεσόα) πως ακριβώς το γεγονός ότι είναι τραπεζίτης δικαιώνει τον αυτοχαρακτηρισμό του ως «αναρχικού». Θεωρείται αποδεκτό η σκέψη του Πεσόα να συμπυκνώνεται στους παρακάτω στίχους του: Και η Λογική σαν δειλή τρομάζει/Nα διαπιστώσει/ Πως όσο περισσότερα τα πράγματα αποκαλύπτουν/Aκόμη περισσότερα τα ίδια κρύβουν.
Υπήρξαν πολλές προσεγγίσεις για τα «παιδιά» του Δεκέμβρη. Από αυτήν για τα παιδιά της μοναξιάς και του ακραίου υλισμού που εξεγείρονται απέναντι στην αξία της μεζονέτας, όπως την κληροδοτούν οι γονείς τους, μέχρι αυτήν για τα κακομαθημένα παιδιά των βορείων προαστίων.
Και στις δύο προσεγγίσεις, η κεντρική ιδέα είναι ακριβώς το γεγονός πως πρόκειται για «παιδιά». Επομένως κατά κάποιον τρόπο «κρυμμένο» ή «φανερό» -για να θυμηθούμε και τον Πεσσόα- υποβαθμίζεται η πρωταγωνιστική τους παρουσία στα πράγματα. Στη μία περίπτωση διά των ευθυνών των γονέων, στην άλλη ως «κακομαθημένα αστόπαιδα». H άποψη που αναζητεί ευθύνες γονέων είναι κατά τη γνώμη μου η πιο ενδιαφέρουσα, επειδή οδηγείται σε ορθό συμπέρασμα από λάθος δρόμο.
Τι είναι «παιδί»; Πόσο «παιδί» είναι ένα παιδί; Το ερώτημα έχει τη σημασία του, αφού η απάντηση εξαρτάται από ποια κοινωνία και σε ποια εποχή αναφερόμαστε. H έννοια «παιδί» δεν ήταν πάντα η ίδια. Ούτε και η στάση της κοινωνίας ή της οικογένειας ήταν πάντα η ίδια απέναντί της (του). Ιστορικά, ο Ll. De Mause διακρίνει έξι στάδια. Από την αρχική μορφή της «παιδοκτονίας» -ήτοι της κοινά αποδεκτής απόλυτης κυριότητας και εξουσίας του γονέα- (συνεχίστηκε μέχρι τον 13ο αιώνα με τη μορφή της εγκατάλειψης σε δημόσιους χώρους και ιδρύματα) μέχρι την «αμφίρροπη μορφή» στον Μεσαίωνα. Τότε (και μέχρι και τον 17ο αιώνα) ουσιαστικά η παιδική ηλικία ήταν ανύπαρκτη. Το παιδί δεν υπολογιζόταν ως μέλος της οικογένειας μέχρι να ξεπεράσει τον κλοιό της παιδικής θνησιμότητας (υπάρχει πολύ χαρακτηριστική φράση στον «Aρχοντοχωριάτη» και δεν ήταν παιδί από τη στιγμή που μπορούσε να τραφεί μόνο του. Μπροστά στην παιδική εργασία στη Γαλλία του Μεσαίωνα, το Μπαγκλαντές σήμερα θα φάνταζε η χώρα του Πίτερ Παν.
Αυτό που έδωσε στο «παιδί» τη σημερινή έννοια της «παιδικότητας» εμφανίστηκε στον 18ο αιώνα με την εκπαίδευση. Δηλαδή, με τη σημασία στην προετοιμασία του παιδιού να αποκαλύψει με ελεγχόμενο από τους ενήλικες τρόπο, σταδιακά και χωρίς κινδύνους, όλα τα «μυστικά» του κόσμου των μεγάλων. Πάνω σ’ αυτήν την προσεκτική μετάδοση γνώσεων από τους ενήλικες στα παιδιά στηρίχθηκε η επόμενη φάση (19ος και 20ός αιώνας), αυτή της κοινωνικοποίησης του παιδιού. Το σχολείο και η οικογένεια γίνονται οι χώροι όπου σχεδόν αποκλειστικά το παιδί μαθαίνει -κάθε στιγμή αυτά που «πρέπει» - και σταδιακά αποκτά σύνδεση με το Παρελθόν, ερμηνεία του Παρόντος και δικαίωμα στο Μέλλον. Αλλά στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα παγιώνεται μια νέα αντίληψη, σούπερ προοδευτική, η οποία εσχάτως αμφισβητείται. Είναι η λεγόμενη «βοηθητική μορφή». Αυτή «ενέχει την υπόθεση -σημείωνε ο Ll. De Mause- ότι το παιδί γνωρίζει καλύτερα από τους γονείς του αυτό που έχει ανάγκη σε κάθε στάδιο της ζωής του (...) Να βοηθήσεις σήμερα ένα παιδί σημαίνει ότι ανταποκρίνεσαι συνεχώς σ’ αυτό, ότι ανέχεσαι τις παλινδρομήσεις του, ότι γίνεσαι υπηρέτης του μάλλον παρά το αντίστροφο, ότι ενθαρρύνεις ένα παιδί να αποκτά ισχυρή θέληση και να μην τρομοκρατείται από την αυθεντία».
Να η λέξη κλειδί: «Αυθεντία». H Νατάσα Πολονύ δίδαξε ένα χρόνο σε γαλλικό λύκειο. Οι εμπειρίες της μιλούν για τα «χαμένα παιδιά μας». H ένσταση είναι σοβαρή, όπως την αναδεικνύει ο Σταύρος Zουμπουλάκης σε σχετικό κείμενο για το συμπέρασμα της Πολονύ: Το τέλος της αυθεντίας είτε του γονέα είτε του δασκάλου, παρότι φαίνεται ως η ορθή αντίληψη μιας δημοκρατικής κοινωνίας είχε ως αποτέλεσμα ένα σημαντικό έλλειμμα παιδείας. H ιδέα ότι ο δάσκαλος δεν «μαθαίνει τα παιδιά» αλλά τα «μαθαίνει πώς να μαθαίνουν» αποδείχθηκε μια τραγική ουτοπία. Από τη μεταδοτικότητα του δασκάλου πήγαμε στο επικοινωνιακό του χάρισμα. H εκπαίδευση γίνεται επικοινωνία. Αλλά, γράφει η Πολονύ, «το να μεταδίδεις είναι μια συνεχής δημιουργία και μια πράξη απελευθέρωσης. Το να επικοινωνείς είναι μια παγιωμένη και αυθόρμητη πράξη, όχι μια εκούσια διαδικασία». «H κρίση μετάδοσης του σχολείου, γράφει ο Στ. Zουμπουλάκης, σημαίνει τελικά ότι οι μαθητές δεν μαθαίνουν. Αποκτούν δεξιότητες, διπλώματα, κοινωνικότητα, αλλά όχι παιδεία».
H δογματική εκπαιδευτική αριστεροσύνη οδήγησε τις πρόσφατες γενιές εφήβων μάλλον εντός της Αγοράς παρά εντός του Κόσμου. H υποβάθμιση του σχολείου και του σπιτιού με την κατάργηση της «αυθεντίας» δεν αντισταθμίστηκαν από τη... Βουλή των Εφήβων. (Άλλος ένας προοδευτικός θεσμός που δεν μας προβληματίζει για την ξύλινη γλώσσα των εφήβων και τις κοινοτοπίες που επιβραβεύουμε.)
Σε ένα περιβάλλον όλο και πιο επικοινωνιακό αναλαμβάνουν άλλοι αστάθμητοι, έως πριν από 50 χρόνια, παράγοντες, όπως η τηλεόραση. O λόγος των εφήβων απέχει του να είναι κριτικός, γίνεται Λόγος copy paste. Tο «επικοινωνιακό» της εποχής θέτει απλοϊκούς και αγοραίους όρους συνύπαρξης με τον άλλο. Αναπόφευκτα οδηγεί στην επιλογή της βίας. O καλός μαθητής της επικοινωνιακής εποχής θα προκρίνει τη βία. Είναι άμεση, απλή, ισοπεδωτική. H βία είναι επικοινωνιακή.
Το αδιέξοδο είναι εμφανές. Όχι μόνο των παιδιών, αλλά κυρίως των γονέων τους. Που κάνουν το προοδευτικό λάθος να αναζητούν στα παιδιά τους, τους φίλους που οι ίδιοι δεν πρόλαβαν να αποκτήσουν. Και να καπελώσουν με τη μαεστρία όσων έχουν περάσει από την (παλιά) Αριστερά τις ευθύνες και των δύο πλευρών...
Ένα πολύ καλό άρθρο από τον Τακη Καμπυλη
ΠΗΓΗ: kathimerini.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου